Sunday, March 9, 2008

Η Τιτίκα στην Πλατεία

Η Τιτίκα στην πλατεία

Μια μέρα που οι τηλεοράσεις ξερνοβόλαγαν reality, συνάντησα την Τιτίκα σε μια πλατεία. Φορούσε ενα κατακίτρινο φθινοπωρινό φουστάνι που είχε αγοράσει από μια αμερικάνικη ταινία του '50 και είχε περασμένο στους ώμους της ενα ελευθεριακό μωβ σάλι. Την ερωτεύτηκα στη στιγμή. Ολόγυρα, οι χιλιάδες προβατάνθρωποι είχαν κατακλύσει την πλατεία για να δουν τον Κύριο Πρόεδρο να απονέμει το Παράσημο Τιμής στον Νικητή του reality. Όσοι είχαν προσέξει την Τιτίκα, κοιτούσαν τον κώλο και τα βυζιά της που περιγράφονταν από το φόρεμα της. Εγώ κοιτούσα το σάλι που τόσο χυδαία κάλυπτε τους ώμους της.
Γύρω το πλήθος παραληρούσε ακούγοντας τα εγκωμιαστικά σχόλια του Κυρίου Προέδρου και του έτρεχαν τα σάλια, ενώ οι προσόψεις των παλιών ψηλών κτηρίων που έζωναν την πλατεία ήταν διακοσμημένες με τεράστιες αφίσες του Δαφνοστεφανωμένου Νικητή του Reality και τεράστιες ελληνικές σημαίες. Όλοι αλάλαζαν ταυτόχρονα, άλλοι τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο, άλλοι το τραγούδι των τίτλων αρχής του Reality και άλλοι απλά έβγαζαν άναρθρες κραυγές.
Ένας Τσομπάνος τότε πυροβόλησε με ένα μηχάνημα που αντί για σφαίρες πετούσε μπαλτάδες και έριξε δυο πρόβατα. Όλοι χίμηξαν πάνω τους να τα κανιβαλίσουν, εκτός από εμενα κι αυτήν. Ήμασταν οι μόνοι που δεν ήμασταν κανίβαλα πρόβατα μεσα σ' αυτήν την πλατεία, γι' αυτό και με πρόσεξε. Γύρω μας ένα λεφούσι εριφίων καταβρόχθιζε αδιακρίτως ωμό αρνοανθρώπινο κρέας, σερνόμενο και παλλόμενο, βγάζοντας ήχους ηδονής και έχοντας ανάσα που βρωμούσε Coca-Cola. Μόνο εμείς ήμασταν όρθιοι και κοιτιόμασταν.
Την ρώτησα πώς τη λένε:
«Τιτίκα», μου είπε.
Φιληθήκαμε.
Την ώρα που φιλιόμασταν όλες μου οι αισθήσεις έτρεμαν σαν να τις διαπερνούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Η σπονδυλική μου στήλη παλλόταν και τα γόνατά μου μετα βίας με κρατούσαν όρθιο.
Πόσο να κράτησε αυτό το αισθητικό παραλήρημα; Δέκα λεπτά, μισή μέρα ή ένα χρόνο;
Το πλήθος, απορροφημένο στο μακάβριο τσιμπούσι του, ήταν σα να μη μας έβλεπε. Ορμούσε ο ένας πάνω στον άλλον για να τον κατασπαράξει, αλλά εμάς μας προσπερνούσαν σαν να μην υπήρχαμε. Όση ώρα κρατούσε το φιλί μας κανείς δεν μπορούσε να μας δει, να μας αγγίξει, να μας πειράξει. Φιλιόμασταν και ήμασταν ανίκητοι. Μερικοί μάλιστα μπορεί και να διαπέρασαν τα σώματά μας, χωρίς να το πάρουν χαμπάρι ούτε αυτοί ούτε εμείς.
Σιγά σιγά, ο κόσμος άρχισε να συνέρχεται από την αλληλοφαγική ιερή του μανία, από την οποία δε γλίτωσε ούτε ο Τσομπάνος, ούτε μερικά πρόβατα του κοπαδιού που ξεκίνησαν το φαγοπότι. Ο Κύριος Πρόεδρος και ο Νικητής διέφυγαν από τους υπονόμους μέσα μια στρατιωτική θωρακισμένη κατσαρίδα.
Όταν η επίδραση της παράνοιας είχε περάσει σχεδόν εντελώς, ο κόσμος άρχισε να μας κοιτάει.
Με το που συνέβη αυτό, ανοιξαμε τα μάτια μας, οι γλώσσες μας παρέλυσαν και τα χείλια μας ξεράθηκαν.
Τα στόματα μας χώρισαν. Τα σώματά μας ξεκόλλησαν. Τα χέρια μας απομακρύνθηκαν. Ο ένας γύρισε πλάτη στον άλλον και τράβηξε το δρόμο του. Από τότε που έγινε το περιστατικό με την Τιτίκα στην Πλατεία, την πόλη δεν τη σιχαίνομαι πια τόσο πολύ όσο πριν